φαιῶν

φαιῶν
φαιός
grey
fem gen pl
φαιός
grey
masc/neut gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

См. также в других словарях:

  • Φαιῶν — Φαιή fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαίωνος — Φαίων masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άλγη — Φυτά κρυπτόγαμα που ανήκουν στην τάξη των θαλλοφύτων και έχουν μονοκυτταρική σύσταση. Ζουν σε γλυκά ή αλμυρά νερά και φέρουν συνήθως χλωροφύλλη που τα διαφοροποιεί από τους μύκητες. Στα ά. είναι δυνατόν να ενταχθούν και ορισμένοι τύποι φυτών που… …   Dictionary of Greek

  • Αζερμπαϊτζάν — I Κράτος της Υπερκαυκασίας, στη ΝΔ Ασία.Συνορεύει με τη Ρωσία στα Β, τη Γεωργία στα ΒΔ, την Αρμενία στα Δ και με το Ιράν, και πιο συγκεκριμένα την επαρχία που αποκαλείται επίσης Α., στα Ν. Όλη η ανατολική του πλευρά βρέχεται από την Κασπία… …   Dictionary of Greek

  • Γκλίνκα, Κονσταντίν Ντιμιτρίεβιτς — (Constantin Dimitryevich Glinka, 1867 – 1927). Ρώσος γεωλόγος. Αποφοίτησε το 1889 από τη σχολή φυσικής και μαθηματικών του πανεπιστημίου της Πετρούπολης, όπου εργάστηκε στη συνέχεια ως βοηθός στο τμήμα ορυκτολογίας, στο οποίο ήταν διευθυντής ο… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»